ward
ward
wɔrd
ουορντ
/wˈɔːd/

Ορισμός και σημασία του "ward"στα αγγλικά

01

πτέρυγα, μονάδα

a separate area in a hospital for patients with similar conditions
ward definition and meaning
Παραδείγματα
The hospital ’s emergency ward is equipped to handle urgent and critical cases.
Η πτέρυγα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου είναι εξοπλισμένη για να αντιμετωπίζει επείγοντα και κρίσιμα περιστατικά.
02

κηδεμόνας, προστατευόμενος

an individual placed under the care, protection, or legal guardianship of another person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wards
Παραδείγματα
The ward receives medical and educational support from the state.
Ο κηδεμόνας λαμβάνει ιατρική και εκπαιδευτική υποστήριξη από το κράτος.
03

συνοικία, εκλογική περιφέρεια

an administrative division of a city or town, often used for elections or local governance
Παραδείγματα
The downtown ward experienced rapid urban development.
Η συνοικία στο κέντρο της πόλης γνώρισε ταχεία αστική ανάπτυξη.
04

πτέρυγα, τμήμα

a section within a prison, usually containing multiple cells
Παραδείγματα
Prisoners in the ward followed strict schedules.
Οι κρατούμενοι στο τμήμα ακολουθούσαν αυστηρά προγράμματα.
to ward
01

προστατεύω, φυλάσσω

to protect, guard, or shield someone or something from harm, danger, or undesirable influence
to ward definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ward
γ΄ ενικό πρόσωπο
wards
ενεστώτα μετοχή
warding
απλός αόριστος
warded
παθητική μετοχή
warded
Παραδείγματα
Certain herbs are believed to ward off disease.
Πιστεύεται ότι ορισμένα βότανα απομακρύνουν την ασθένεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store