wacko
wa
ˈwæ
cko
kəʊ
kew
whacko

Ορισμός και σημασία του "wacko"στα αγγλικά

01

ένας τρελός, ένας ιδιόρρυθμος

a person having strange or eccentric behavior, often used informally or humorously 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wackos
Παραδείγματα
She laughed and called him a wacko for wearing a costume to the meeting. 

Γέλασε και τον αποκάλεσε τρελό γιατί φορούσε κοστούμι στη συνάντηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store