voluntary
vo
ˈvɒ
vo
lun
lən
lēn
tary
tri
tri

Ορισμός και σημασία του "voluntary"στα αγγλικά

01

εθελοντικός, αμισθί

working without pay 
voluntary definition and meaning
Παραδείγματα
He participated in a voluntary program to help teach children in underserved communities. 

Συμμετείχε σε ένα εθελοντικό πρόγραμμα για να βοηθήσει στη διδασκαλία των παιδιών σε υποβαθμισμένες κοινότητες.

02

εκούσιος, εθελοντικός

done by one's own free will or choice 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most voluntary
συγκριτικός βαθμός
more voluntary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She made a voluntary donation to the charity. 

Έκανε μια εθελοντική δωρεά στον φιλανθρωπικό οργανισμό.

03

εθελοντικός, εκούσιος

controlled or initiated by an individual's own decision or volition 
Παραδείγματα
The patient performed voluntary exercises to strengthen his arm. 

Ο ασθενής εκτέλεσε εκούσιες ασκήσεις για να ενισχύσει το χέρι του.

01

εκούσιος, λειτουργικό κομμάτι οργάνου

a musical piece, typically for organ, performed as part of a church service, often before or after the liturgy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
voluntaries
Παραδείγματα
The organist played a solemn voluntary as the congregation entered the chapel. 

Ο οργανοπαίκτης έπαιξε έναν επιβλητικό εθελοντικό καθώς η συναγωγή μπαίνει στο παρεκκλήσι.

02

εθελοντής, εθελόντρια

an individual who joins the armed forces by choice, rather than through conscription or obligation 
Παραδείγματα
The voluntary signed up for duty just days after the war was declared. 

Ο εθελοντής κατατάχθηκε για υπηρεσία μόλις λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου.

Λεξικό Δέντρο

involuntary
nonvoluntary
unvoluntary
voluntary
voluntar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store