to vocalise
vo
ˈvəʊ
vew
ca
lise
laɪz
laiz
localizefocalizevocalize

Ορισμός και σημασία του "vocalise"στα αγγλικά

to vocalise
01

φωνηεντίζω, προφέρω ως φωνήεν

pronounce as a vowel 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
vocalise
γ΄ ενικό πρόσωπο
vocalises
ενεστώτα μετοχή
vocalising
απλός αόριστος
vocalised
παθητική μετοχή
vocalised
02

εκφράζω, δηλώνω

to express or state something clearly and explicitly 
Παραδείγματα
She needed to vocalise her concerns during the meeting to ensure they were addressed. 

Χρειαζόταν να εκφράσει τις ανησυχίες της κατά τη διάρκεια της συνάντησης για να διασφαλιστεί ότι θα αντιμετωπιστούν.

03

φωνάζω, εκφέρω με δονήσεις των φωνητικών χορδών

utter with vibrating vocal chords 
04

φωνητικοποιώ, εκπέμπω φωνητικούς ήχους

utter speech sounds 
05

φωνάζω

sing (each note a scale or in a melody) with the same vowel 

Λεξικό Δέντρο

subvocalise
vocalise
vocal
voice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store