Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Visa
01
βίζα
an official mark on someone's passport that allows them to enter or stay in a country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
visas
Παραδείγματα
He applied for a tourist visa to visit his friend in France for the summer.
Έκανε αίτηση για τουριστική βίζα για να επισκεφτεί τον φίλο του στη Γαλλία το καλοκαίρι.
to visa
01
βίζα
provide (a passport) with a visa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
visa
γ΄ ενικό πρόσωπο
visas
ενεστώτα μετοχή
visaing
απλός αόριστος
visaed
παθητική μετοχή
visaed
02
επίσημη έγκριση, χορήγηση βίζας
approve officially



























