visceral
visc
ˈvɪs
vis
e
ə
ē
ral
rəl
rēl

Ορισμός και σημασία του "visceral"στα αγγλικά

01

σπλαχνικός, σχετικός με τα εσωτερικά όργανα

regarding or involving the internal organs 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The surgeon specialized in visceral injuries, often treating gunshot and stab wounds. 

Ο χειρουργός ειδικευόταν σε σπλαχνικούς τραυματισμούς, συχνά θεραπεύοντας πυροβολισμούς και μαχαιριές.

02

σπλαχνικός, διαισθητικός

obtained through intuition rather than from reasoning or observation 

Λεξικό Δέντρο

viscerally
visceral
viscera
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store