virtually
vir
ˈvɜ:
tua
ʧuə
chooē
lly
li
li
visually

Ορισμός και σημασία του "virtually"στα αγγλικά

01

πρακτικά, σχεδόν

to an almost complete degree 
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The new software update virtually eliminated all the bugs and glitches. 

Η νέα ενημέρωση λογισμικού σχεδόν εξάλειψε όλα τα σφάλματα και τα προβλήματα.

02

πρακτικά, ουσιαστικά

in essence or effect but not in fact 
03

εικονικά, διαδικτυακά

by means of computer technology or the internet, without being physically present 
Παραδείγματα
Most classes are now conducted virtually to allow remote learning. 

Οι περισσότερες τάξεις πραγματοποιούνται τώρα εικονικά για να επιτρέπεται η εξ αποστάσεως εκπαίδευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store