Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
virile
01
ανδρικός, γενναίος
displaying manly qualities or characteristics
Παραδείγματα
The actor 's virile presence on stage captivated the audience with its masculinity.
Η ανδρική παρουσία του ηθοποιού στη σκηνή γοήτευσε το κοινό με την ανδρεία του.
02
ανδρικός, ενεργητικός
marked by robust energy and vigor
Παραδείγματα
Her prose has a virile pace and muscular rhythm.
Η πεζογραφία της έχει ανδρική ρυθμική και μυώδη ρυθμό.
03
ανδρικός, δυνατός
(of males) sexually potent
Παραδείγματα
The breeder selected a virile bull for the season.
Ο εκτροφέας επέλεξε έναν ανδρώδη ταύρο για τη σεζόν.
Λεξικό Δέντρο
virilize
virile



























