to blench
Pronunciation
/blˈɛntʃ/

Ορισμός και σημασία του "blench"στα αγγλικά

to blench
01

χλομιάζω, ασπρίζω

to become pale or turn white, often as a result of shock, fear, or illness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blanch
γ΄ ενικό πρόσωπο
blanches
ενεστώτα μετοχή
blanching
απλός αόριστος
blanched
παθητική μετοχή
blanched
Παραδείγματα
The eerie silence made her blanch with anxiety.
Η ανατριχιαστική σιωπή την έκανε να χλομιάσει από άγχος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store