Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blench
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blanch
γ΄ ενικό πρόσωπο
blanches
ενεστώτα μετοχή
blanching
απλός αόριστος
blanched
παθητική μετοχή
blanched
Παραδείγματα
The eerie silence made her blanch with anxiety.
Η ανατριχιαστική σιωπή την έκανε να χλομιάσει από άγχος.



























