vexation
vex
vɛk
vek
a
ˈseɪ
sei
tion
ʃən
shēn
venationvernation

Ορισμός και σημασία του "vexation"στα αγγλικά

01

ενόχληση, εκνευρισμός

a condition of mental discomfort caused by annoyance, anxiety, or frustration 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vexations
Παραδείγματα
Her constant lateness was a source of vexation to the team. 

Η συνεχής της καθυστέρηση ήταν πηγή ενοχλησίας για την ομάδα.

02

ενόχληση, παρεξήγηση

a person or thing that provokes annoyance, frustration, or distress 
Παραδείγματα
The buzzing mosquito was a minor vexation during the hike. 

Το βουίζον κουνούπι ήταν μια μικρή παρενόχληση κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store