verge
verge
vɜ:ʤ
vēj
vengeverseverve

Ορισμός και σημασία του "verge"στα αγγλικά

01

άκρη, όριο

the limit beyond which something happens or changes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
verges
02

άκρη, όριο

a region marking a boundary 
03

πλευρά του δρόμου, άκρη του δρόμου

the strip of land bordering a road, often covered with grass or vegetation 
Παραδείγματα
She walked her dog along the grassy verge. 

Περπάτησε το σκύλο της κατά μήκος του χορταριασμένου χείλους.

04

ράβδος, τελετουργική ράβδος

a ceremonial or emblematic staff 
05

άκρη, σύνορο

the edge or border of a roof, typically where it meets the gable or end wall of a building 
to verge
01

είναι στα όρια, συνορεύω με

to be on the edge or border of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
verge
γ΄ ενικό πρόσωπο
verges
ενεστώτα μετοχή
verging
απλός αόριστος
verged
παθητική μετοχή
verged
Παραδείγματα
He was verging on tears after hearing the bad news. 

Ήταν στα όρια των δακρύων αφού άκουσε τα άσχημα νέα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store