Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Verge
01
άκρη, όριο
the limit beyond which something happens or changes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
verges
02
άκρη, όριο
a region marking a boundary
03
πλευρά του δρόμου, άκρη του δρόμου
the strip of land bordering a road, often covered with grass or vegetation
Παραδείγματα
The verge provided a safe space for pedestrians away from traffic.
Το χείλος παρείχε έναν ασφαλή χώρο για τους πεζούς μακριά από την κυκλοφορία.
04
ράβδος, τελετουργική ράβδος
a ceremonial or emblematic staff
05
άκρη, σύνορο
the edge or border of a roof, typically where it meets the gable or end wall of a building
to verge
01
είναι στα όρια, συνορεύω με
to be on the edge or border of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
verge
γ΄ ενικό πρόσωπο
verges
ενεστώτα μετοχή
verging
απλός αόριστος
verged
παθητική μετοχή
verged
Παραδείγματα
He has verged on failure many times, but always found a way out.
Έχει βρεθεί στα όρια της αποτυχίας πολλές φορές, αλλά πάντα βρήκε μια διέξοδο.



























