Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vehicle
01
όχημα, αυτοκίνητο
a means of transportation used to carry people or goods from one place to another, typically on roads or tracks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vehicles
Παραδείγματα
Cars, buses, and trucks are all types of vehicles.
Τα αυτοκίνητα, τα λεωφορεία και τα φορτηγά είναι όλα τύποι οχημάτων.
Παραδείγματα
The documentary served as a vehicle for raising awareness about climate change.
Το ντοκιμαντέρ χρησίμευσε ως όχημα για την ευαισθητοποίηση σχετικά με την κλιματική αλλαγή.
03
όχημα, φορέας
an object capable of carrying infectious agents and transmitting them between individuals
Παραδείγματα
Used tissues can act as a vehicle for transmitting cold viruses.
Τα μεταχειρισμένα χαρτομάντηλα μπορούν να λειτουργήσουν ως όχημα για τη μετάδοση των ιών του κρυολογήματος.
04
φορέας, όχημα
any substance that facilitates the use of a drug or pigment or other material that is mixed with it



























