Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vehemence
01
οργή, σφοδρότητα
a loud, forceful, and emphatic speech, often in an angry or aggressive tone
Παραδείγματα
The vehemence of the protesters' chants and signs made it clear that they would not be silenced.
Η ένταση των συνθημάτων και των πλακατ των διαδηλωτών έδειξε ξεκάθαρα ότι δεν θα σιωπούσαν.
02
οργή, ενεργητική δύναμη
the vigorous force, intense power, or dynamic energy of an occurrence or action
Παραδείγματα
Witnesses described the eruption with vehemence, as the volcano exploded with raw power.
Οι μάρτυρες περιέγραψαν την έκρηξη με οργή, καθώς το ηφαίστειο εξερράγη με ακατέργαστη δύναμη.
Λεξικό Δέντρο
vehemence
vehem



























