Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vacancy
01
κενό, ελεύθερος χώρος
a physical gap or unoccupied portion in a structure or environment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vacancies
Παραδείγματα
The artist filled the vacancy on the wall with a bold abstract painting.
Ο καλλιτέχνης γέμισε το κενό στον τοίχο με μια τολμηρή αφηρημένη ζωγραφιά.
1.1
ελεύθερο δωμάτιο, διαθέσιμη θέση
an accommodation that is currently unoccupied and open for use
Παραδείγματα
The hotel had no vacancy during the holiday weekend.
Το ξενοδοχείο δεν είχε διαθέσιμα δωμάτια κατά τη διάρκεια των διακοπών του Σαββατοκύριακου.
1.2
κενή θέση, διαθέσιμη θέση εργασίας
a position or job that is available
Παραδείγματα
The company announced a vacancy for a senior marketing manager.
Η εταιρεία ανακοίνωσε μια κενή θέση για έναν ανώτερο διαχειριστή μάρκετινγκ.
02
κενό, κενότητα
a state of emptiness in thought, expression, or awareness
Παραδείγματα
His eyes held a vacancy that unsettled everyone in the room.
Τα μάτια του είχαν μια κενότητα που αναστάτωνε όλους στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
vacancy
vacate



























