uzbek
uz
ˈʊz
ουζ
bek
bɛk
μπεκ
UsbekUzbak

Ορισμός και σημασία του "Uzbek"στα αγγλικά

01

Ουζμπεκικά

the Turkic language spoken by the Uzbek 
Uzbek definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
Uzbeks
02

Ουζμπεκιστάν, Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν

a landlocked republic in west central Asia; formerly an Asian soviet 
03

Ουζμπέκος, μέλος του τουρκικού λαού του Ουζμπεκιστάν και γειτονικών περιοχών

a member of a Turkic people of Uzbekistan and neighboring areas 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store