Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blaze up
01
ανάβω, φλέγομαι
burn brightly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
blaze
ενεστώτας
blaze up
γ΄ ενικό πρόσωπο
blazes up
ενεστώτα μετοχή
blazing up
απλός αόριστος
blazed up
παθητική μετοχή
blazed up
02
θυμώνω, εκρήγνυμαι από θυμό
to suddenly show strong anger
Παραδείγματα
She blazed up when her work was criticized unfairly.
Αυτή έξαψε όταν η εργασία της επικρίθηκε άδικα.



























