to blaze up
blaze
bleɪz
bleiz
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "blaze up"στα αγγλικά

to blaze up
01

ανάβω, φλέγομαι

burn brightly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
blaze
ενεστώτας
blaze up
γ΄ ενικό πρόσωπο
blazes up
ενεστώτα μετοχή
blazing up
απλός αόριστος
blazed up
παθητική μετοχή
blazed up
02

θυμώνω, εκρήγνυμαι από θυμό

to suddenly show strong anger 
Παραδείγματα
He blazed up when he saw the mess. 

Αυτός έξαψε όταν είδε το χάος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store