usable
u
ˈju:
yoo
sable
zəbl
zēbl
useableunable

Ορισμός και σημασία του "usable"στα αγγλικά

01

χρησιμοποιήσιμος, πρακτικός

capable of being utilized effectively for its intended purpose 
usable definition and meaning
Παραδείγματα
The old computer, although slow, was still usable for basic tasks. 

Ο παλιός υπολογιστής, αν και αργός, ήταν ακόμα χρησιμοποιήσιμος για βασικές εργασίες.

02

χρησιμοποιήσιμος, εφαρμόσιμος

capable of being put to use 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most usable
συγκριτικός βαθμός
more usable
διαβαθμίσιμο
03

χρησιμοποιήσιμος, πρακτικός

designed for convenience 
Παραδείγματα
The new remote control is very useable, with buttons that are easy to press. 

Το νέο τηλεχειριστήριο είναι πολύ χρηστικό, με κουμπιά που είναι εύκολο να πατηθούν.

Λεξικό Δέντρο

reusable
unusable
usableness
usable
use
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store