unwrinkled
Pronunciation
/ʌnɹˈɪŋkəld/

Ορισμός και σημασία του "unwrinkled"στα αγγλικά

unwrinkled
01

χωρίς πτυχές, λείο

having a smooth surface without creases, folds, or lines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unwrinkled
συγκριτικός βαθμός
more unwrinkled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist smoothed the unwrinkled canvas before beginning the painting.
Ο καλλιτέχνης εξομάλυνε τον ατσάλιστο καμβά πριν ξεκινήσει τη ζωγραφική.

Λεξικό Δέντρο

unwrinkled
wrinkled
wrinkle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store