Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unverbalised
01
άρρητος, υπονοούμενος
conveyed or understood through actions, behavior, or context rather than verbal communication
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unverbalised
συγκριτικός βαθμός
more unverbalised
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unverbalised tension in the room made it clear that something was wrong.
Η απρόφορρη ένταση στο δωμάτιο έκανε σαφές ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.



























