Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unusable
01
αχρησιμοποίητος, άχρηστος
not able to be used or accessed effectively, typically due to damage, malfunction, or impracticality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unusable
συγκριτικός βαθμός
more unusable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
functionality, state, objects
Παραδείγματα
The broken computer was unusable until it was repaired.
Ο σπασμένος υπολογιστής ήταν αχρησιμοποίητος μέχρι να επισκευαστεί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unusable
usable
use



























