Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unusable
01
αχρησιμοποίητος, άχρηστος
not able to be used or accessed effectively, typically due to damage, malfunction, or impracticality
Παραδείγματα
The expired driver 's license was unusable for identification purposes.
Η ληγμένη άδεια οδήγησης ήταν αχρησιμοποίητη για σκοπούς ταυτοποίησης.
Λεξικό Δέντρο
unusable
usable
use



























