unusable
un
ʌn
αν
u
ˈju
γου
sa
ζα
ble
bəl
μπαλ
/ʌnjˈuːzəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "unusable"στα αγγλικά

01

αχρησιμοποίητος, άχρηστος

not able to be used or accessed effectively, typically due to damage, malfunction, or impracticality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unusable
συγκριτικός βαθμός
more unusable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The expired driver 's license was unusable for identification purposes.
Η ληγμένη άδεια οδήγησης ήταν αχρησιμοποίητη για σκοπούς ταυτοποίησης.

Λεξικό Δέντρο

unusable
usable
use
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store