untucked
Pronunciation
/ʌntˈʌkt/

Ορισμός και σημασία του "untucked"στα αγγλικά

01

ακατάστατος, μη τυλιγμένος

not neatly arranged or secured in a close-fitting manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untucked
συγκριτικός βαθμός
more untucked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The untucked corners of the tablecloth fluttered in the breeze.
Οι ανοργάνωτες γωνίες της τραπεζομάντηλας ανέμιζαν στο αεράκι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store