untruthful
un
ʌn
an
truth
ˈtru:θ
trooth
ful
fəl
fēl
truthful

Ορισμός και σημασία του "untruthful"στα αγγλικά

untruthful
01

ψεύτικος, ανακριβής

not telling the truth; prone to lying 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untruthful
συγκριτικός βαθμός
more untruthful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was untruthful about where he had been. 

Ήταν αναληθής σχετικά με το πού είχε πάει.

Λεξικό Δέντρο

untruthful
truthful
truth
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store