Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
untoward
01
απροσδόκητος, δυσάρεστος
not expected, normally inconvenient or unpleasant
Παραδείγματα
The sudden rain was an untoward event that ruined the outdoor picnic.
Ο ξαφνικός βροχή ήταν ένα δυσάρεστο γεγονός που κατέστρεψε το πικ νικ στο ύπαιθρο.
02
απρεπής, ακατάλληλος
behaving or appearing in a way that goes against accepted standards of decency, manners, or social propriety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untoward
συγκριτικός βαθμός
more untoward
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His untoward remarks at the dinner table made several guests uncomfortable.
Τα απρεπή σχόλιά του στο τραπέζι έκαναν αρκετούς καλεσμένους να νιώσουν άβολα.



























