Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
untouched
01
αγγίχτη, αχρησιμοποίητο
not used or consumed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untouched
συγκριτικός βαθμός
more untouched
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, consumption, availability
02
απλάνιστος, ανεπηρέαστος
remaining unaffected or unaltered by external influences or factors
Παραδείγματα
The untouched landscape remained pristine and unspoiled by human activity.
Το ανέγγιχτο τοπίο παρέμεινε παρθένο και ανέπαφο από την ανθρώπινη δραστηριότητα.
03
αγγίγματος, ανέπαφος
not having come in contact
04
αναίσθητος, αδιάφορος
emotionally unmoved
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
untouched
touched
touch



























