untouched
un
ˌʌn
an
touched
ˈtʌʧt
tacht
untoothed

Ορισμός και σημασία του "untouched"στα αγγλικά

01

αγγίχτη, αχρησιμοποίητο

not used or consumed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untouched
συγκριτικός βαθμός
more untouched
διαβαθμίσιμο
02

απλάνιστος, ανεπηρέαστος

remaining unaffected or unaltered by external influences or factors 
Παραδείγματα
The untouched landscape remained pristine and unspoiled by human activity. 

Το ανέγγιχτο τοπίο παρέμεινε παρθένο και ανέπαφο από την ανθρώπινη δραστηριότητα.

03

αγγίγματος, ανέπαφος

not having come in contact 
04

αναίσθητος, αδιάφορος

emotionally unmoved 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store