untapped
un
ʌn
an
tapped
ˈtæpt
tāpt
untippedunmappeduncappedunlipped

Ορισμός και σημασία του "untapped"στα αγγλικά

01

αναξιοποίητος, μη αντλούμενος

not subjected to tapping 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most untapped
συγκριτικός βαθμός
more untapped
διαβαθμίσιμο
02

αξιοποιημένος, αχρησιμοποίητος

not drawn upon or used 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store