Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unstinting
01
γενναιόδωρος, απλόχερος
generously giving something such as help, money, time, praise, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unstinting
συγκριτικός βαθμός
more unstinting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her unstinting support during the crisis was invaluable.
Η απλόχερη στήριξή της κατά τη διάρκεια της κρίσης ήταν ανεκτίμητη.
Λεξικό Δέντρο
unstintingly
unstinting
stinting
stint



























