Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unskilled
01
ακατάρτιστος, άπειρος
lacking training or expertise in a particular type of work or task
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unskilled
συγκριτικός βαθμός
more unskilled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The factory hired unskilled laborers for basic assembly work.
Το εργοστάσιο προσέλαβε αμόρφωτους εργάτες για τη βασική εργασία συναρμολόγησης.
02
ακατάρτιστος, χωρίς προσόντα
not demanding special ability, training, or technical knowledge
Παραδείγματα
Unskilled jobs like cleaning or stacking shelves are easier to fill.
Οι μη εξειδικευμένες δουλειές όπως ο καθαρισμός ή η στοίβαξη ραφιών είναι πιο εύκολο να συμπληρωθούν.
03
ανειδίκευτος, ανίκανος
showing poor ability, execution, or craftsmanship
Παραδείγματα
The essay appeared unskilled, with many errors.
Το δοκίμιο φαινόταν ανεπίδεκτο, με πολλά λάθη.
Λεξικό Δέντρο
unskilled
skilled



























