Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unselfish
01
ανιδιοτελής, αλτρουιστικός
showing concern for the needs and happiness of others over one's own interests or benefits
Παραδείγματα
They admired his unselfish devotion to his family.
Εκτιμούσαν την ανιδιοτελή αφοσίωσή του στην οικογένειά του.
02
ανιδιοτελής, αλτρουιστικός
not greedy
Λεξικό Δέντρο
unselfish
selfish
self



























