unselfish
un
ˌʌn
an
sel
ˈsɛl
sel
fish
fɪʃ
fish
shellfishselfishelfish

Ορισμός και σημασία του "unselfish"στα αγγλικά

01

ανιδιοτελής, αλτρουιστικός

showing concern for the needs and happiness of others over one's own interests or benefits 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unselfish
συγκριτικός βαθμός
more unselfish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her unselfish acts of kindness inspired everyone around her. 

Οι ανιδιοτελείς πράξεις καλοσύνης της ενέπνευσαν όλους γύρω της.

02

ανιδιοτελής, αλτρουιστικός

not greedy 

Λεξικό Δέντρο

unselfish
selfish
self
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store