unselfish
Pronunciation
/ʌnsˈɛlfɪʃ/

Ορισμός και σημασία του "unselfish"στα αγγλικά

01

ανιδιοτελής, αλτρουιστικός

showing concern for the needs and happiness of others over one's own interests or benefits
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unselfish
συγκριτικός βαθμός
more unselfish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They admired his unselfish devotion to his family.
Εκτιμούσαν την ανιδιοτελή αφοσίωσή του στην οικογένειά του.
02

ανιδιοτελής, αλτρουιστικός

not greedy

Λεξικό Δέντρο

unselfish
selfish
self
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store