unscathed
Pronunciation
/ənˈskeɪðd/

Ορισμός και σημασία του "unscathed"στα αγγλικά

01

αλώβητος, σώος και αβλαβής

remained free from harm, injury, or damage despite challenging or dangerous circumstances
unscathed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unscathed
συγκριτικός βαθμός
more unscathed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Against all odds, the fragile vase survived the fall and remained unscathed.
Παρά όλες τις δυσκολίες, το εύθραυστο βάζο επέζησε από την πτώση και παρέμεινε αλώβητο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store