Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unscathed
01
αλώβητος, σώος και αβλαβής
remained free from harm, injury, or damage despite challenging or dangerous circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unscathed
συγκριτικός βαθμός
more unscathed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Against all odds, the fragile vase survived the fall and remained unscathed.
Παρά όλες τις δυσκολίες, το εύθραυστο βάζο επέζησε από την πτώση και παρέμεινε αλώβητο.



























