Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unrest
01
ανησυχία, ταραχή
a political situation in which there is anger among the people and protests are likely
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unrests
Παραδείγματα
The rise in fuel prices caused unrest among the workers.
Η αύξηση των τιμών των καυσίμων προκάλεσε αναστάτωση μεταξύ των εργαζομένων.
02
ανησυχία, αναστάτωση
an internal state of unease or restless agitation
Παραδείγματα
Economic uncertainty contributed to a general unrest among small‑business owners.
Η οικονομική αβεβαιότητα συνέβαλε σε μια γενική δυσαρέσκεια μεταξύ των ιδιοκτητών μικρών επιχειρήσεων.
Λεξικό Δέντρο
unrest
rest



























