Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unrest
01
ανησυχία, ταραχή
a political situation in which there is anger among the people and protests are likely
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unrests
Παραδείγματα
The government’s decision sparked widespread unrest across the country.
Η απόφαση της κυβέρνησης προκάλεσε ευρεία δυσαρέσκεια σε όλη τη χώρα.
02
ανησυχία, αναστάτωση
an internal state of unease or restless agitation
Παραδείγματα
He felt a growing unrest that made it hard to concentrate on his work.
Αισθανόταν μια αυξανόμενη ανησυχία που του δυσκόλευε να συγκεντρωθεί στη δουλειά του.
Λεξικό Δέντρο
unrest
rest



























