Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unrecognized
01
αγνώριστος, μη αναγνωρισμένος
not known or identified by many people
Παραδείγματα
The unrecognized artist found inspiration in the quietest corners of the world.
Ο άγνωστος καλλιτέχνης βρήκε έμπνευση στις πιο ήσυχες γωνιές του κόσμου.
02
επιτηδευμένο χαμόγελο, χλευαστικό χαμόγελο
smile affectedly or derisively
03
αγνοημένος, μη αναγνωρισμένος
not praised, appreciated, or respected for one’s achievements
Λεξικό Δέντρο
unrecognized
recognized
recognize



























