Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unquestionably
01
αναμφισβήτητα, χωρίς αμφιβολία
in a manner beyond any question or uncertainty
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Her dedication and hard work were unquestionably evident in the successful completion of the project.
Η αφοσίωση και η σκληρή δουλειά της ήταν αναμφίβολα εμφανή στην επιτυχή ολοκλήρωση του έργου.
Λεξικό Δέντρο
unquestionably
questionably
...
quest



























