Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blacklist
01
βάζω στη μαύρη λίστα, μπλακλιστάρω
to put a person, company, or entity on a list that prohibits or restricts their access, participation, or involvement in certain activities
Transitive: to blacklist a person or company
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blacklist
γ΄ ενικό πρόσωπο
blacklists
ενεστώτα μετοχή
blacklisting
απλός αόριστος
blacklisted
παθητική μετοχή
blacklisted
Παραδείγματα
The government blacklisted the airline due to safety concerns.
Η κυβέρνηση έβαλε στη μαύρη λίστα την αεροπορική εταιρεία λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια.
Blacklist
01
μαύρη λίστα, blacklist
a list of people who are out of favor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blacklists
Λεξικό Δέντρο
blacklist
black
list



























