Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blacklist
01
βάζω στη μαύρη λίστα, μπλακλιστάρω
to put a person, company, or entity on a list that prohibits or restricts their access, participation, or involvement in certain activities
Transitive: to blacklist a person or company
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blacklist
γ΄ ενικό πρόσωπο
blacklists
ενεστώτα μετοχή
blacklisting
απλός αόριστος
blacklisted
παθητική μετοχή
blacklisted
Παραδείγματα
The company was blacklisted for violating environmental regulations.
Η εταιρεία τοποθετήθηκε στη μαύρη λίστα για παραβίαση των περιβαλλοντικών κανονισμών.
Blacklist
01
μαύρη λίστα, blacklist
a list of people who are out of favor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
blacklists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blacklist
black
list



























