unpaired
un
ʌn
αν
paired
ˈpeəd
πεντ
unrepairedunpaintedunimpairedunaired

Ορισμός και σημασία του "unpaired"στα αγγλικά

01

αζευγάρωτος, χωρίς αντίστοιχο

not having a matching counterpart 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpaired
συγκριτικός βαθμός
more unpaired
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
objects, matching, state
Παραδείγματα
He found an unpaired sock on the floor. 

Βρήκε ένα αζευγάρωτο κάλτσα στο πάτωμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unpaired
paired
pair
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store