unpaired
Pronunciation
/ʌnpˈɛɹd/

Ορισμός και σημασία του "unpaired"στα αγγλικά

01

αζευγάρωτος, χωρίς αντίστοιχο

not having a matching counterpart
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpaired
συγκριτικός βαθμός
more unpaired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shelf had several unpaired chopsticks.
Το ράφι είχε αρκετά αταίριαστα ξυλάκια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store