unoriginal
un
ʌn
an
o
ə
ē
ri
ri
ginal
ʤənl
jēnl

Ορισμός και σημασία του "unoriginal"στα αγγλικά

unoriginal
01

μη πρωτότυπο, παραγόμενο

having qualities of imitation or lacking novelty 

generic

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unoriginal
συγκριτικός βαθμός
more unoriginal
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
creativity, evaluation, art
Παραδείγματα
The unoriginal plot felt derivative of popular thrillers. 

Η μη πρωτότυπη πλοκή φάνηκε παράγωγη δημοφιλών θρίλερ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unoriginal
original
origin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store