unmarried
un
ʌn
αν
ma
ˈmæ
μαι
rried
rid
ριντ
unhurriedunworriedunmarkedunmarred

Ορισμός και σημασία του "unmarried"στα αγγλικά

01

ανύπαντρος, άγαμος

not having a legal or official romantic partner 
unmarried definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmarried
συγκριτικός βαθμός
more unmarried
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
marital status, relationships, society
Παραδείγματα
Despite being in a long-term relationship, they remained unmarried. 

Παρά τη μακροχρόνια σχέση τους, παρέμειναν ανύπαντροι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unmarried
married
marry
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store