Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unlocked
01
ξεκλείδωτος, μη κλειδωμένος
not secured or fastened with a lock and capable of being opened freely
Παραδείγματα
The unlocked window let in a cool breeze on the warm summer evening.
Το ξεκλείδωτο παράθυρο άφησε να μπει ένα δροσερό αεράκι στη ζεστή καλοκαιρινή βραδιά.



























