unlocked
un
ʌn
αν
locked
ˈlɒkt
λοκτ
unlocatedunloadedunfuckedunbacked

Ορισμός και σημασία του "unlocked"στα αγγλικά

01

ξεκλείδωτος, μη κλειδωμένος

not secured or fastened with a lock and capable of being opened freely 
unlocked definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unlocked
συγκριτικός βαθμός
more unlocked
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
security, access, state
Παραδείγματα
The unlocked door swung open with a gentle push. 

Η ξεκλείδωτη πόρτα άνοιξε με ένα απαλό σπρώξιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unlocked
locked
lock
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store