Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unironed
01
ασίδωτος, χωρίς σίδεμα
(of linens or clothes) not ironed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unironed
συγκριτικός βαθμός
more unironed
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unironed
ironed
iron



























