unisex
u
ˈju:
γου
ni
νι
sex
ˌsɛks
σεκσ
unsex

Ορισμός και σημασία του "unisex"στα αγγλικά

01

unisex, κατάλληλο και για τα δύο φύλα

designed to be suitable for both sexes, not specific to male or female 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fashion, design, society
Παραδείγματα
The store sells unisex clothing that fits all body types. 

Το κατάστημα πουλά unisex ρούχα που ταιριάζουν σε όλους τους τύπους σώματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store