unique
u
ju:
yoo
nique
ˈni:k
nik
cliqueshrieksqueakstreak

Ορισμός και σημασία του "unique"στα αγγλικά

01

μοναδικός, ξεχωριστός

unlike anything else and distinguished by individuality 
unique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Each snowflake is unique with its own pattern. 

Κάθε νιφάδα χιονιού είναι μοναδική με το δικό της μοτίβο.

02

μοναδικός, χαρακτηριστικός

belonging to a particular person, place, or thing, often because of its one-of-a-kind qualities 
Παραδείγματα
The dish was unique to the region, known only in small villages along the coast. 

Το πιάτο ήταν μοναδικό για την περιοχή, γνωστό μόνο σε μικρά χωριά κατά μήκος της ακτής.

Λεξικό Δέντρο

uniquely
uniqueness
unique
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store