Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unique
01
μοναδικός, ξεχωριστός
unlike anything else and distinguished by individuality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Each snowflake is unique with its own pattern.
Κάθε νιφάδα χιονιού είναι μοναδική με το δικό της μοτίβο.
02
μοναδικός, χαρακτηριστικός
belonging to a particular person, place, or thing, often because of its one-of-a-kind qualities
Παραδείγματα
The dish was unique to the region, known only in small villages along the coast.
Το πιάτο ήταν μοναδικό για την περιοχή, γνωστό μόνο σε μικρά χωριά κατά μήκος της ακτής.
Λεξικό Δέντρο
uniquely
uniqueness
unique



























