Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uninterruptedly
01
αδιάκοπα, συνεχώς
in a way that continues without any stops, breaks, or pauses
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She studied uninterruptedly until midnight.
Μελέτησε αδιάκοπα μέχρι τα μεσάνυχτα.
Λεξικό Δέντρο
uninterruptedly
uninterrupted
interrupted
interrupt



























