Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unintelligible
01
ακατανόητος, ασαφής
(of language) not said or written loudly or clearly enough to be understood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unintelligible
συγκριτικός βαθμός
more unintelligible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The static-filled radio transmission was unintelligible, making it impossible to understand the message.
Η ραδιοφωνική μετάδοση γεμάτη παρεμβολές ήταν ακατανόητη, καθιστώντας αδύνατη την κατανόηση του μηνύματος.
02
ακατάληπτος, ασαφής
having no clear or logical meaning, making something hard to understand
Παραδείγματα
The recording was so distorted that the words were unintelligible.
Η ηχογράφηση ήταν τόσο διαστρεβλωμένη που οι λέξεις ήταν ακατανόητες.
Λεξικό Δέντρο
unintelligible
intelligible
intellig



























