unilluminated
un
ʌn
an
i
ɪ
i
llu
lu:
loo
mi
mi
na
neɪ
nei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "unilluminated"στα αγγλικά

unilluminated
01

αφώτιστος, χωρίς φως

lacking any form of light 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unilluminated
συγκριτικός βαθμός
more unilluminated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
light, perception, environment
Παραδείγματα
The unilluminated corridor made it difficult to navigate without a flashlight. 

Ο αφώτιστος διάδρομος έκανε δύσκολη την πλοήγηση χωρίς φακό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unilluminated
illuminated
illuminate
illumine
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store