Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unfrock
01
αποστερώ από το ιερατικό αξίωμα, αφαιρώ την ιεροσύνη
to remove someone from the priesthood or clergy, typically as a result of misconduct or violation of religious principles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unfrock
γ΄ ενικό πρόσωπο
unfrocks
ενεστώτα μετοχή
unfrocking
απλός αόριστος
unfrocked
παθητική μετοχή
unfrocked
Παραδείγματα
The bishop unfrocks the priest for his involvement in the scandal.
Ο επίσκοπος αποστερεί τον ιερέα για τη συμμετοχή του στο σκάνδαλο.
Λεξικό Δέντρο
unfrock
frock



























