Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfearing
01
ατρόμητος, αφοβος
invulnerable to fear or intimidation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfearing
συγκριτικός βαθμός
more unfearing
διαβαθμίσιμο



























