Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfair
συγκριτικός βαθμός
more unfair
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It's unfair that some students get extra time on exams while others don't.
Είναι άδικο ότι μερικοί μαθητές παίρνουν επιπλέον χρόνο στις εξετάσεις ενώ άλλοι όχι.
to unfair
01
επαναλαμβάνω, λέω ξανά
to say, state, or perform again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unfair
γ΄ ενικό πρόσωπο
unfairs
ενεστώτα μετοχή
unfairing
απλός αόριστος
unfaired
παθητική μετοχή
unfaired
Λεξικό Δέντρο
unfair
fair



























