Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfailing
01
ανεξάντλητος, συνεχής
unceasing
02
ανεξάντλητος, αδιάκοπος
always able to supply more
Λεξικό Δέντρο
unfailingly
unfailing
failing
fail
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανεξάντλητος, συνεχής
ανεξάντλητος, αδιάκοπος
Λεξικό Δέντρο