Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unexplained
01
ανεξήγητος, χωρίς εξήγηση
lacking a clear reason or understanding and left without an explanation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unexplained
συγκριτικός βαθμός
more unexplained
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The strange noises heard in the old house remained unexplained even after thorough investigation.
Οι περίεργοι θόρυβοι που ακούστηκαν στο παλιό σπίτι παρέμειναν ανεξήγητοι ακόμα και μετά από διεξοδική έρευνα.
02
ανεξήγητος, μη εξηγημένος
having the reason or cause not made clear



























